Ανώνυμο

(Αύριο φεύγω για διακοπές, ναι ξανά. Μου αρέσει όταν ταξιδεύω να έχω πάντα μαζί μου κάτι για να διαβάζω στις πληκτικές ώρες της αναμονής σε αεροδρόμια, τις ώρες που οι δικοί μου βάζουν σάπια μουσική ενώ ταξιδεύουμε με το αυτοκίνητο, τις ώρες στο πλοίο που οι άλλοι κοιμούνται. Γενικά διαβάζω. Βρήκα μια μικρή χαριτωμένη ιστορία, κάπου μεταξύ Άρλεκιν και άρθρου στο Cosmopolitan, και σκέφτηκα να τη μοιραστώ μαζί σας. Για να ‘χετε κάτι να σκοτώνετε την ώρα σας στις διακοπές βρε αδερφέ. :Ρ)


Ξημερώνει. Από το μικρό παράθυρο μπαίνει οι ακτίνες του ήλιου και χαϊδεύουν το πρόσωπο της. Γυρίζει από την άλλη πλευρά ενοχλημένη και συνεχίζει τον ύπνο της. Την παρατηρώ. Τα καστανά μαλλιά σαν κύματα χύνονται πάνω στο μαξιλάρι. Το γυμνό δέρμα της, χρυσό από το πρώτο φως της μέρας, εξαφανίζεται μέσα στα λευκά σεντόνια.

Θέλω απελπισμένα ένα τσιγάρο. Ποτέ δεν μ’ άφησε να καπνίσω μέσα στο σπίτι της. Την ενοχλούσε η μυρωδιά του καπνού. Την ενοχλούσε η μυρωδιά του καπνού στα μαλλιά και στα ρούχα της, αυτά που τώρα βρίσκονται κουβαριασμένα στο πάτωμα. Παραπονιόταν πως όταν την φίλαγα γευόταν τα στριφτά τσιγάρα μου.

Το κακό όταν κάποια πάψει να σ’ αγαπάει είναι ότι δεν μπορείς να την κατηγορήσεις για τίποτα. Δεν μπορείς να θυμώσεις μαζί της, να αισθανθείς προδομένος όπως όταν σε έχει απατήσει. Δεν μπορείς να φωνάξεις, να την κοιτάξεις με οργή, να φύγεις χτυπώντας την πόρτα πίσω σου. Να γυρνάς το βλέμμα από την άλλη όταν την βλέπεις στο δρόμο μετά από καιρό.  Όταν πάψει να σε αγαπάει δεν μπορείς να κάνεις τίποτα από όλα αυτά. Το μόνο που σου μένει είναι να μαζέψεις τη ζωή σου από το πάτωμα και να φύγεις διακριτικά. Με προσοχή μην κάνει κρότο η πόρτα και την ξυπνήσει.

Αναδρομή στις αναμνήσεις μου. Έξι περίπου μήνες πριν. Ώρες πολλές μετά τα μεσάνυχτα και κυρίως πολλά ποτήρια αλκοόλ μετά από το σημείο της εύθυμης ζάλης. Μόνο που εκείνη δεν μπόρεσε να τα αντέξει, με αποτέλεσμα να την ανεβάσω ως τον τρίτο στα χέρια. Τρελή από χαρά, φώναζε, γελούσε και εγώ να προσπαθώ εις μάτην να την ησυχάσω –μην ξυπνήσουμε όλους τους γείτονες. Με τα χέρια της περασμένα γύρω από το λαιμό μου, λίγο πριν φτάσουμε στην πόρτα του διαμερίσματος της, μου σκάει ένα φιλί. «Είσαι το πιο καλό παιδάκι, το ξέρεις;», μου λέει και ξεσπάει πάλι στα γέλια. Λίγα λεπτά μετά την αποθέτω απαλά πάνω στο κρεβάτι της. Έχει κιόλας αποκοιμηθεί, τα χέρια της σφιχτή αγκαλιά γύρω από το λαιμό μου –ακόμη. Κάνω να φύγω, να τραβηχτώ μα μες στον ύπνο της δε μ’ αφήνει. Ξαπλώνω πλάι της και κλείνω τα μάτια.


Κάμποσες ώρες μετά ξυπνάω από το φως που πλημμυρίζει το δωμάτιο –είναι κιόλας μεσημέρι. Και εκείνη δίπλα μου, με κοιτάζει πονηρά, χαμογελά με ένα ύφος που μαρτυρά ότι τα χθεσινά της τερτίπια δεν ήταν απλά παρενέργειες της βότκας. Της ανταποδίδω το βλέμμα και γελάω μέσα μου. Έπεσα στην ″παγίδα″ της. Με το χέρι της αγγίζει ένα-ένα τα κουμπιά του πουκαμίσου μου. Τα χέρια μου εξερευνούν τις γωνίες του προσώπου της. Την φιλάω απαλά στα χείλη. Την τραβάω κάτω από τα σεντόνια…

Όλα ξεκίνησαν σ’ αυτό το κρεβάτι και όλα πάλι εδώ θα τελειώσουν. Ή μάλλον από εδώ θα ξεκινήσει το τέλος. Ξεσκεπάζομαι, σπρώχνω το σεντόνι προς το μέρος της και σηκώνομαι με αργές κινήσεις. Πάντα αθόρυβα, μαζεύω τα ρούχα μου από τα πάτωμα και τα φοράω. Παίρνω το κινητό μου από την τσάντα της και τα παπούτσια στο χέρι –αυτά θα τα βάλω στο διάδρομο. Και τότε σκέφτομαι τα κλειδιά. Τι θα κάνω με τα κλειδιά της;

Μετά από ένα μήνα σχέσης καταλήξαμε να περνάμε τόσο πολύ χρόνο μαζί στο μικροσκοπικό στούντιο της που θεώρησε σωστό να μου βγάλει και εμένα ένα σετ αντικλείδια. Θα ‘θελα να τα πάρω μαζί μου και καθώς φεύγω περπατώντας από τον παραλιακό δρόμο να σταματήσω, να κοιτάξω το παλιό φρούριο και να τα πετάξω στη θάλασσα. Αλλά όχι. Τα βγάζω από την τσέπη και τα ακουμπάω πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Γυρίζω την πλάτη και κατευθύνομαι προς την πόρτα όταν ξαφνικά ακούω τη φωνή της. «Και ‘γω σ’ αγάπησα πολύ.»


F.


Share Button

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *